περιάροσις

περιάροσις
περι-άροσις, , das Umackern

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • περιαρόσει — περιάροσις ploughing round fem nom/voc/acc dual (attic epic) περιαρόσεϊ , περιάροσις ploughing round fem dat sg (epic) περιάροσις ploughing round fem dat sg (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιάροση — η / περιάροσις, όσεως, ΝΑ [περιαρώ] νεοελλ. το άνοιγμα αυλακιού με άροτρο γύρω από έναν χώρο, με σκοπό την προστασία από διάφορες ασθένειες τών φυτών και τών ζώων που βρίσκονται σ αυτόν αρχ. το όργωμα ολόγυρα …   Dictionary of Greek

  • περιαρόσεως — περιαρόσεω̆ς , περιάροσις ploughing round fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”